ΑΣΤΥΦΙΛΙΑ-ΕΠΑΡΧΙΩΤΙΣΜΟΣ-ΔΟΥΛΟΠΡΕΠΕΙΑ
«Στην Ελλάδα η λέξη Βλάχος
(με κεφαλαίο Β) χρησιμοποιείται
για να προσδιορίσει τους ομιλούντες την Βλάχικη γλώσσα <<Αρμάνοι>>(
και μάλλον για αυτό τους αρέσει να φοράνε Armani), ή τους ομιλούντες την
Βλαχομογλενίτικη. Με την υποχώρηση της γλώσσας που παρατηρήθηκε τις τελευταίες
δεκαετίες, η λέξη αναφέρεται πλέον και σε όσους προέρχονται από βλαχόφωνες
οικογένειες χωρίς απαραίτητα να γνωρίζουν και να ομιλούν τη βλάχικη.
Σε κάποιες περιοχές των Βαλκανίων η λέξη Βλάχος σήμαινε γενικά τον ορθόδοξο χριστιανό,
ανεξαρτήτως γλώσσας.
Στην καθημερινή γλώσσα ο βλάχος (με μικρό β) αποτελεί
γενικευμένο όρο για όσους κατάγονται από βουνίσια ή αγροτική περιοχή, και
αναφέρεται σε κάποιον που μιλάει με χωριάτικη προφορά. Συνήθως είναι
υποτιμητικός χαρακτηρισμός και υποδηλώνει έλλειψη μόρφωσης και συμπεριφοράς.
Χρησιμοποιείται κυρίως μεταφορικά για κάποιον απολίτιστο, αμόρφωτο και χωρίς
τρόπους.»
Θα ξεκινήσω με την ατάκα που λέει ο κάθε επαρχιώτης-αστιφυλολάτρης όταν
πρόκειται να πάει το Πάσχα στην
ιδιαίτερη πατρίδα του… «θα πάου στου χουριό» και βέβαια έχει δίκιο!
Έχει δίκιο διότι αυτός
ο άνθρωπος ενώ θα έπρεπε να κατοικεί μόνιμα στο χωριό του στην επαρχία του, από
λάθος χειρισμών του κράτους βρίσκεται στο «άστυ», στην πρωτεύουσα, την Αθήνα.
Έλεγα, λοιπόν, πώς αυτοί οι άνθρωποι - και είναι πάρα πολλοί - επισκέπτονται το χωριό τους πολύ συχνά σε αργίες,
εορτές, και καλοκαίρια, ενώ θα έπρεπε να ζουν μόνιμα εκεί.
Το φαινόμενο της
αστυφιλίας είναι παλιό και ιδίως φούντωσε όταν η βιομηχανοποίηση άκμαζε και
υπήρχε η ανάγκη για εργατικό δυναμικό. Έτσι άνθρωποι της επαρχίας και του χωριού εγκατέλειψαν την ύπαιθρο και
κατέφυγαν στις μεγαλουπόλεις και ιδίως στην Αθήνα, την πρωτεύουσα. Το
αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν προβλήματα που επέφεραν αδιάκοπα καινούρια προβλήματα
και στα δυο μέρη (το χωριό και το άστυ). Έτσι, σε μια πόλη όπως η Αθήνα, που η
πληθυσμιακή της δυνατότητα ήταν να φιλοξενεί 1.500.000-2.000.000 κόσμο, έχουμε
το φαινόμενο του μισού πληθυσμού της χώρας να διαμένει στο κέντρο, μαζί με
1.500.000 αλλοδαπούς. Δηλαδή, στα
προβλήματα που αναφέρθηκα πριν, προσθέστε και αυτό και αυτόματα έχουμε
πολλαπλασιασμό προβλημάτων και ανοχών!
Ωστόσο, η εσωτερική
μετανάστευση ενισχύθηκε σοβαρά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με την ενίσχυση
των τότε πολιτικών συγκυριακών λόγων. Από εκεί και μετά, το αστυφιλικό ρεύμα
ήταν ραγδαίο και ασταμάτητο. Έτσι, το έκαστο πολιτικό κράτος αντί να δώσει
κίνητρα και προϋποθέσεις στον κόσμο της επαρχίας για να κάτσει στον τόπο του,
μοίραζε υποσχέσεις για εύκολη ζωή, για γρήγορο πλουτισμό και φανταχτερό άστυ,
για απολαύσεις και ηδονές.
Ο χωριάτης πια είχε
μπει στα <»χωράφια» (και ξέρει καλά από χωράφια) του αστού και αμέσως έγινε εχθρός του.
Οι χωριάτες έπιασαν
δουλειά στην μεγαλούπολη ως «υπηρέτες» των αστών, και όσο και αν προσπάθησαν να
μάθουν «τρόπους» ή να αποβάλλουν το επαρχιώτικο-τοπικιστικό «αξάν», δεν τα
κατάφεραν εντελώς. Ακόμα και για να ψηφίσουν
στο «χουριό» έτρεχαν και έτσι βγαίνει
εύκολα το συμπέρασμα ότι ο επαρχιώτης δεν απογαλακτίστηκε ποτέ από το τόπο του.
Απλά «πουλούσε ως μούρη» την διαμονή του
εις τας Αθήνας, στα συγγενικά του επαρχιωτάκια
που είχε αφήσει πίσω!
Κακά τα ψέματα
είμαστε αυτό που γεννηθήκαμε και δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε να το
αλλάξουμε, διότι γίνεται αστείο και πολλές φορές γελοίο.
Ούτε ανισότητα υπάρχει,
ούτε τίποτα! Δεν φταίω εγώ που κάποιοι γεννηθήκαν στην επαρχία και κάποιοι στην
πρωτεύουσα. Ας μην άκουγαν τον εύκολο, ρηχό και ανεδαφικό υποσχόμενο λόγο των
πολιτικών, για να έρθουν στην Αθήνα. Καταλαβαίνω ότι η φτώχεια είχε σαρώσει την
Ελλάδα και ιδίως την επαρχία μετά από δυο βαλκανικούς και δυο παγκόσμιους πόλεμους,
αλλά τουλάχιστον η επαρχία είχε την γη της, για να έχει την απαραίτητη αυτάρκεια
αγαθών σε σχέση με την πρωτεύουσα, που όταν ήρθε δεν είχε ο επαρχιώτης κρεβάτι να
κοιμηθεί και διέμενε μέσα στο ίδιο το κατάστημα που δούλευε.
Η Ελλάδα μόνιμα
διαιρεμένη από κάτι, που μπορεί να ήταν από κόμματα, από εμφύλιους, από ομάδες,
εύκολα διαιρέθηκε σε Βλάχους και Αθηναίους. Έτσι, ο επαρχιώτης «πετραδάκι-
πετραδάκι» έκτιζε το δικό του σπιτικό, κάπου στα Άνω Λιόσια ή στο Πέραμα για να
στεγάσει τα καινούρια του «όνειρα».
Για μένα, ήταν μέγα λάθος
όλο αυτό που έγινε. Ήρθε ο έκαστος επαρχιώτης του «τίποτα» στην Αθήνα και στην
συνέχεια πουλούσε βλαχογκλαμουριά με
χυδαίο τρόπο επαρχιωτισμού, αποθεώνοντας την μπουζουκοκλαρινομανία του μέσα από
τον εύκολο πλουτισμό που του προσφέρθηκε, γιατί είχε «μπάρμπα στην Κορώνη».
Πολύ γρήγορα η πονηρή και βλάχικη σκέψη του, έγινε όργανο του και παίρνοντας εξουσίες στα χέρια του έγινε «τιμωρός» των Αθηναίων.
Λόγο ύπαρξης είχαν μόνο
αυτοί οι επαρχιώτες που έπρεπε αναγκαστικά να έρθουν στην πρωτεύουσα για
σπουδές και να μορφωθούν και στη συνέχεια να απορροφηθούν στην μεγαλούπολη και μερικοί
άλλοι ως απαραίτητο ,και το τονίζω, δυναμικό… και κανείς άλλος.
Τούτη την στιγμή στον
παρόντα χρόνο, συμβαίνει το αντίθετο…
Θέλουν να πάνε όλοι
στην επαρχία να ζήσουν εκεί και να κάνουν δουλειές ! Δυστυχώς ο Έλληνας δεν
είναι καλά…!
Τώρα που το καράβι «άστυ»
βουλιάζει, οι δουλειές μας και οι ευκαιρίες είναι μηδενικές, τώρα που το άδικο
της ατομικής περιούσιας χτυπιέται ανηλεώς, που η πολυτέλεια του εύκολου
πλουτισμού μας χαιρέτησε και η δυστυχία πολλαπλασιάζεται, τώρα όλοι θέλουν να
πάνε στα χωριά τους. Εγώ λέω να πάνε στο κάλο!
Από την άλλη, τώρα, η
δουλοπρέπεια είναι ένα σύνδρομο του Έλληνα τελικά! Έχει βαθιές ρίζες και είναι
υπεύθυνη για μεγάλα κακά στον τόπο. Εκφραστές και πρωτοστάτες για ακόμη μια
φορά οι πολιτικοί. Το να κάνεις πάντα το
«καλό παιδί» δεν είναι θεμιτό και δεν έχει πάντα επιτυχία.
Λέγοντας αυτά θέλω να
συνδέσω την αστυφιλία με την δουλοπρέπεια αλλά σε συγκεκριμένη διάσταση. Θα
γυρίσω λίγο πίσω στην αρχή του κειμένου, για να πω ότι αν τότε, στην ορμή της
μεγάλης αστυφιλίας είχε το κράτος, η έκαστη πολιτική αρχή, το όραμα μιας άλλης
Ελλάδας, αποκεντρωτικής, με ισχυρό κέντρο αλλά και ισχυρή επαρχία, με όραμα
μιας άλλης κατεύθυνσης και όχι μια μονοπωλιακή ισχυρή πρωτεύουσα αλλά μοιρασμένη
στα ίσια η «πίτα» των ευκαιριών, θα υπήρχε μια άλλη Ελλάδα, εύπορη χωρίς
διεθνείς νταβατζήδες τοκογλύφους και
απέναντι τους εμείς δουλοπρεπείς και ταπεινωμένοι.
Υπήρχαν περιθώρια
διαφυγής από μια επερχόμενη ταξική καταστροφή.
Αυτό που θέλω να πω
είναι ότι, τότε το κράτος και το κοινωνικό του πρόσωπο έπρεπε να δώσει όλα τα
εχέγγυα, την απόλυτη και ουσιώδη στήριξη
στους ανθρώπους της επαρχίας και του χωριού. Το αποτέλεσμα θα ήταν να μην
υπάρξει μαζική φυγή, πάρα να είχαν οργανωθεί, δημιουργώντας, με την βοήθεια και
την αρωγή του κράτους, δυνατούς συνεταιρισμούς προς το γενικότερο συμφέρον της
ελληνικής υπαίθρου. Μια δημιουργική πολιτική προσαρμογή – κατεύθυνση επί της ουσίας,
ούτως ώστε να ανδρωθεί το τοπικιστικό συμφέρον μέσα από τα χέρια των ιδίων των αγροτών.
Δεν χρειαζόταν το
κράτος να «διώξει» τον επαρχιώτη από τον τόπο του και να τον κάνει
«κοσμοπολίτη» βλάχο και περίγελο των Αθηναίων
πρωτευουσιάνων. Με αυτό τον τρόπο, τον μετέτρεψε σε έναν δουλοπρεπή εσωτερικό
μετανάστη, έρμαιο στα χέρια της νομενκλατούρας και του νεποτισμού.
Το σάπιο από τότε πολιτικό
καθεστώς δεν φρόντισε καλά τους πολίτες του, και έτσι, σύντομα τους έκανε πελάτες
των πολιτικών τους γραφείων, πουλώντας όνειρα που θα εκπληρωνόντουσαν στην «Γη
της Επαγγελίας», την Αθήνα. Τους πήρε από την άνεση του χωριού τους και τους
στρίμωξε μέσα στα τσιμεντένια κλουβιά-διαμερίσματα σαρδελοποιημένους, έχοντας
τους και υποχρέωση για το «καλό» που τους έκαναν.
Τα πράγματα είναι απλά!
Και αναφέρομαι στο ότι ο καθένας μας θα έπρεπε να κάνει την εργασία του, την
δουλειά που θα του άρεσε (όχι την
δουλεία) και όλα θα είχαν εξελιχθεί μια χαρά (έκαστος εφ ω ετάχθη). Το κράτος,
επιπροσθέτως, θα έπρεπε να βοηθά τον κάθε υποψήφιο επαγγελματία να δημιουργεί
την εργασία που επιθυμεί και του ταιριάζει, και όχι να τον εξωθεί σε
υποχρεωτική δουλεία λόγω συνθηκών.
Η δουλειά είναι καλό
πράγμα, αρκεί να κάνεις εκείνο που επιθυμείς.
Η δουλεία όμως είναι
κάτι το κακό, το δυσμενές, το ανήθικο.
Αν η δουλεία ήταν
κάτι καλό δεν θα μας πλήρωναν, απλά θα το κάναμε από ευχαρίστηση και μόνο.
Εν κατακλείδι, έχω να
πω ότι η εμφανής ανάκαμψη της οικονομίας εκεί, στην δεκαετία του 50-60, και η βελτίωση των οικονομικών δεδομένων από τη φτώχεια
της κατοχής της χώρας, έδωσε στους επαρχιώτες την ευκαιρία μέσα από την
αστυφιλία, το έναυσμα για να εξομαλύνουν πολλά τοπικιστικά τους προβλήματα, που,
όμως, εδώ και χρόνια φαίνεται το τραγικό λάθος των τότε επιλογών τους.
Χαρακτηριστικά να πω
ότι μαζικοποιηθήκαμε, κονσερβοποιηθήκαμε, χάσαμε το οξυγόνο μας, γεμίσαμε καυσαέριο
και καρκίνο, καρδιοπάθειες και εγκεφαλικά. Κατέστρεψαν μια Αθήνα σύμβολο πολιτισμού
σε βλαχοπαροικία επαρχιωτισμού και κανιβαλισμού, ασέλγησαν περιβαλλοντολογικά
και υποδουλωθήκαμε στην μετάβαση της παραγωγικής δουλειάς σε δουλεία.
Η αγροτική κοινωνία
και οικονομία, εδώ και χρόνια, ανίσχυρη
και λαβωμένη από τους ίδιους τους επαγγελματίες επαρχιώτες, ταβλαδόρους και
πρεφάκηδες, που μοναδικό σκοπό έχουν να μοστράρουν το jeep τους στο κλεινών άστυ
του Κολωνακίου, κάτω από τα κοροϊδευτικά-ειρωνικά χαμόγελα των πρωτευουσιάνων,
οι οποίοι αφήνουν τα χωράφια τους να τα δουλεύουν αλλοδαποί και παράνομοι.
Τελειώνοντας, καταθέτω
την γνώμη του Ανδρέα Λασκαράτου,
σατιρικού ποιητή, για τους επαρχιώτες.
«Ο νους του επαρχιώτη, κατ’ αντίθεσιν τον πρωτευουσιάνο, έχει
μικρόν ορίζοντα. Επειδή μικρή είναι και η κοινωνία μέσα στην οποία θρέφεται και
αναπτύσσεται. Είναι όθεν και μικροπρεπής κάποτε, αναλόγως με τη μικρότητα των
επαρχιακών πραγμάτων. Ευρισκόμενος εις την Πρωτεύουσα, πασχίζει να μιμείται τους
πρωτευουσιώτας, τους οποίους θεωρεί ως θέσει-ανώτερούς του. Είναι δε από τα
ελαττώματα που αρχίζει, σαν οπού εκείνα είναι τα προφανέστερα και τα πλέον
ευκολομίμητα.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου